Ρομπούστο μας λουλούδια.

Φίλες και φίλοι γιούχου!

Το monesemena βρίσκεται και πάλι εδώ. Συγκεκριμένα, δεν έφυγε ποτέ. Όποια ή όποιος φαντάστηκε πως, τούτο το σουρεαλιστικό μπλογκ έπαψε να έχει λόγο ύπαρξης, πλανάται πλάνην οικτράν. Τουναντίον, συμβαίνουν τόσα ευτράπελα και κωμικοτραγικά στη σουρεαλιστική μου ζωούλα, που θα πίστευε κανείς πως πρόκειται για μυθοπλασία. 

Ένα από τα πιο σταθερά πράγματα στην ασταθή αυτήν περίοδο της ζωής μου, είναι πως έχω ένα πολύ ωραίο σπίτι. Ή τελοσπάντων, με αυτήν τη σκέψη παραμυθιάζω τον εαυτό μου και βρίσκω το κουράγιο να σηκώνομαι το πρωί. Επιλέγω να ξεχνώ τον γνωστό πλέον σε όλους σπάστη, ιδιοκτήτη τούτου του ρετιρέ της καρδιάς μας και όχι αδίκως. Τον Χαλακατεβάκη. Έχοντας αλλάξει τρεις δουλειές σε σύνολο από τον Ιανουάριο, παράλληλα με τις πέντε χιλιάδες συνεντεύξεις που έχω κάνει σε Ελλάδα αλλά και εξωτερικό, με αποκορύφωμα ένα ταξίδι το καλοκαίρι στην Ισπανία, όπου έκανα και δια ζώσης συνεντεύξεις, προκειμένου να πάρω ΚΑΙ εκεί, ένα μεγάλο και σθεναρό ΟΧΙ, για να μην πω τίποτα άλλο, θα τολμούσε να πει κανείς πως, ΙΣΩΣ, να ήταν μια δύσκολη χρονιά. Θα μπορούσε να δηλώσει επίσης κανείς, με βεβαιότητα, πως ξέχασα να χρησιμοποιώ το κόμμα. Σου δίνω χρόνο να βγάλεις νόημα, μόλις διάβασες τη μεγαλύτερη πρόταση που έχω γράψει, μονοκοπανιά. Αντουάν αν διαβάζεις, με μισείς ήδη. Περιμένοντας λοιπόν την επικείμενη απόλυσή μου, από μία ακόμη δουλειά, ευκαιρία ζωής, προσπαθώ να μου υπενθυμίζω πόσο τυχερή είμαι, που ζω, άνεργη, σε ένα ρετιρέ που, στο τσακίρ κέφι, βλέπει και ένα τσικ Λυκαβηττού. Στην καρδιά της Αθήνας. Της πόλης που ζει για να ταλαιπωρεί τους κατοίκους της.

Πορευόμενη με αυτήν την όμορφη σκέψη, αρχίζω να αγοράζω ψάθινα καλάθια και κυρίως και άλλες γλάστρες με καταπράσινα φυτά, τα οποία θα καταφέρω να σκοτώσω, χωρίς να το θέλω, με τεράστια ευκολία. Τι φίκοι ρομπούστα, τι μονστέρες, τι γλώσσες της πεθεράς. Ήθελα να ήξερα σε ποιον ηλίθιο φάνηκε ευφάνταστο, να ονομάσει τη σανσιβέρια, γλώσσα της πεθεράς. Το δυο χιλιάδες είκοσι ένα. Εγώ σίγουρα, πέφτω πάντα στην παγίδα και διαλέγω φυτά με τις πιο αστείες ονομασίες. Σκέψου δηλαδή παρεάκι. Ένας ρομπούστας, μια μονστέρα και μια γιούκα, μπαίνουν σε ένα μπαρ. Από σήμερα καθιερώνω το μωρή ρομπούστα, ε; Προχωράμε. Αγκαλιά λοιπόν με την ολοκαίνουρια μονστέρα μου, είμαι έτοιμη να σωριαστώ, στον διόλου ευρύχωρο διθέσιο καναπέ μου – καναπές που έχει ξεμείνει από το πρώτο καταγώγι που νοίκιασα και δε χωρούσε πραγματικά τίποτα και κανέναν – και να δω ταινίες μέχρι να μουδιάσει ο εγκέφαλός μου. Στο μεταξύ όμως, μην ξεχάσω να πληρώσω το ενοίκιο σε αυτόν τον παλαβό, ε; Μπας και χαλαρώσω λίγο, αυτό το φαινομενικά γαλήνιο και ηλιόλουστο, Σαββατιάτικο πρωινό. Μόνο σε μένα, για πάντα. 

Οι γλάστρες σε μάραναν μωρή αλοκάσια, πραγματικά. Πληρώνω το ενοίκιο στον ψυχασθενή που μένει στον πρώτο και αναρωτιέμαι πώς έχω αντέξει τέσσερα ολόκληρα χρόνια, να μην τον σπρώξω από κάποια σκάλα, ενόσω μετράει με μανία τα κολλαριστά πενηντάρικα, που μόλις είχα βγάλει από την τράπεζα. Αφού λοιπόν τσεπώνει το ενοίκιο, μου ανακοινώνει πως δε θα ανανεώσει το συμβόλαιο που λήγει σε ΕΝΑ μήνα. Έτσι, για να μάθω εγώ, όπως υπονόησε. Δυο χιλιάδες είκοσι ένα, η χρονιά της ζωής μου. 

Έχω κάνει γαϊδουρινή υπομονή με αυτόν τον τύπο, αλλά αυτό παραπάει. Προσπαθώ να το δω σαν μια καταπληκτική ευκαιρία, να γλιτώσω από δαύτον, όσο και αν αγαπώ αυτό το σπίτι. Το κωλόσπιτό του, έχει μετατραπεί σε παράρτημα του Δρομοκαΐτειου. Στο μεταξύ, μένω άστεγη και το μόνο που σκέφτομαι, είναι η γιούκα στο μπαλκόνι. Την είχα πάρει από το ανθοπωλείο στη Βικτώρια, στο σταθμό, από έναν γλυκύτατο κύριο, σε ένα τοσοδούλικο γλαστράκι. Και τώρα κοντεύει να με φάει. Τόσο καλά με είχε συμβουλέψει ο φίλος, ώστε να παραμένει η γιούκα αυτή, το μοναδικό φυτό που δεν έχω σκοτώσει. Πού θα την πάω τώρα αυτή, μου λες; Πού θα ξαναβρώ βεράντα – γήπεδο μπάσκετ; Ο φάδερ δεν τη θέλει. Τι γιούκα, τι ο σατανάς, ένα και το αυτό. Είχε μία πριν χρόνια και πήγε να βγάλει το μάτι του, όπως με ενημέρωσε. Πέντε χρονών, μαξ. Συνεπώς, γιούκα στο σπίτι, δεν ξαναμπαίνει. Την επόμενη μέρα, άφησα την αυθυποβολή με τη γιούκα στην άκρη, για να ασχοληθώ με το καίριο πρόβλημα. Να βρω σπίτι. Να χωράει τη γιούκα. Πάντα με κλαυσίγελο, βλαστημώντας και βρίζοντας.

Τη ρομπούστα μου γαμώ, πότε έφτασαν τα νοίκια στο πεντακοσάρικο; Μα κοίτα γύρω σου, στην Κυψέλη είμαστε, μου απευθύνθηκε μια ξιπασμένη ξυλόκοτα που ζητούσε, τετρακόσια είκοσι ΠΕΝΤΕ (δεν ξέρω από πού της έλειπε το πεντάευρο), για ένα δωμάτιο 30 τ.μ. Στην Κυψέλη είμαστε, της λέω, (μωρή σανσιβέρια της κακιάς ώρας), όχι στο Παρίσι. (Και μόλις θυμήθηκα τους τρεις μήνες που έμενα στο Παρίσι, γιατί γύρισα; Επειδή δεν είσαι γόνος, απαντώ μόνη μου). Η καλύτερη δε, ήταν η άλλη βιόλα με το σπίτι που δε χωρούσε πλυντήριο. Μου τηλεφώνησε δέκα το βράδυ, να μου πει πως κατέληξαν στους τρεις επικρατέστερους, αλλά εγώ είμαι η φιναλίστ. Μις Κυψέλη 2021.

Η ζωή συνεχίζεται, με εμένα να βλέπω τέσσερα σπίτια τη μέρα, να δίνω συνεντεύξεις ΚΑΙ εκεί, τη νέα αυτή μάστιγα και παράλληλα ο Χαλακατεβάκης, να μου αφήνει απειλητικά ραβασάκια, κάτω από την πόρτα, αφού, όπως γράφει με τρεμάμενη γραμματοσειρά που θυμίζει καρδιογράφημα, δεν απαντώ στα τηλέφωνα. Ακόμα να πάρει γραμμή πως τον έχω μπλοκάρει. Τραμπουκισμοί, δικηγόροι, καταγγελίες, αστυνομία, νεύρα και απελπισία. Ο πιο άνιωθος άνθρωπος που έχω συναντήσει. Έβερ. Στο σημείο αυτό, να πω ένα μεγάλο μπράβο στην ελληνική αστυνομία, ακόμα μία φορά, για το θαυμαστό της έργο. Την πρώτη καταγγελία παρενόχλησης, όχι απλώς δεν την έγραψε στο βιβλίο συμβάντων, ο βία δεκαεννέα χρονών βλακέντιος, που με έβαλε να συντάξω μόνη, γιατί «εγώ τα ξέρω καλύτερα». Την πήρε και μαζί του και έφυγε σε άδεια. Να μην αναρωτιόμαστε μετά για το πλήθος γυναικοκτονιών. Κοιμούνται όρθιοι. Απαξιώνουν και κυρίως σε βάζουν κάθε φορά στη διαδικασία να τα διηγείσαι όλα, από την αρχή. Ξανά και ξανά. Εμείς να πάρουμε για συστάσεις, αλλά, δε μπορώ να σας εγγυηθώ πως δεν κινδυνεύετε, μου τονίζει με ύφος ντετέκτιβ Μονκ, ένας ασφαλίτης. Πιο χου ντύσιμο, πεθαίνεις. Ψευτοπάνκης τριτοξάδερφος του Στηβ Ντούζου στο «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα», καρφιά, ραφτά και ό,τι άλλο έχει ξεμείνει από τα έιτιζ. Έχει, λέει, εμμονή και ψύχωση μαζί σας, οπότε πρέπει να φύγετε άμεσα από εκεί. Μα πώς δεν το σκέφτηκα; Άσε μας ρε Μπίλια πρωί, πρωί.

Δε μπορεί να πάει τίποτα άλλο στραβά. Ναι οκ, μπορεί να με σκοτώσει, κατά τον Στηβ Ντούζο της Κυψέλης. Είμαι άνεργη, με διώχνει ο τρελός από το σπίτι, έχω να κοιμηθώ κανένα δεκαήμερο, έχω κάνει τουρ σε γυναικολόγο, ορθοπεδικό (ο επόμενος λογικά θα είναι ο ψυχίατρος) και συνάμα κουτσαίνω από μια ένεση κορτιζόνης που έκανα για το ισχίο (μυρίζομαι βαθιά γεράματα). Και έχω να κάνω και μια ολόκληρη μετακόμιση, άγνωστο για πού. Ψιλοπράγματα. Βλέπω αγγελίες και στον ύπνο μου, με σπίτια που δε θα νοικιάσω ποτέ και κυρίως, συλλογίζομαι, θα φάω σίγουρα, τα χρόνια μου στη φυλακή. Γιατί θα τον σφάξω σαν κουνέλι τον Χαλακατεβάκη και θα βγω να παίξω μπάλα. Όπως αυτή που πήγε να παίξει λουσμένος τις προάλλες, ο νέος μου προσωρινός συγκάτοικος, παύλα φρουρός και αρρώστησε.  Χωριστήκαμε, τον έβαλα τον καψερό να κάνει και ένα σελφ τεστ και νάσου πάλι μόνη, να χαζεύω τη γιούκα. 

Το θετικό είναι πως, φτάνουμε στον πάτο αυτού του σουρεαλιστικού και τρύπιου βαρελιού. Και κυρίως, όλοι οι φίλοι στηρίζουν και με ταχταρίζουν σαν μωρό, οπότε περνάμε φίνα. Ξεκινώ το λοιπόν να βρω μια φίλη, Κυριακή πρωί, να πάμε για τσίπουρα. Κάνω φιλότιμες προσπάθειες να στολιστώ και σκέφτομαι πόσο τυχερή είμαι, μέσα σε όλο αυτό το νταχτιρντί της ζωής.

Βιάζεσαι μωρή ρομπούστα, βιάζεσαι. Έχω αποφασίσει να βρίζω μόνο με ονόματα φυτών, πλέον. Πάω να βγω από το ασανσέρ και ξεπροβάλλει μπροστά μου ο Χαλακατεβάκης. Έχει καλέσει το ασανσέρ στον πρώτο, ο παλιοζαμιοκούλκας και έχω βγει πεσκέσι στην πόρτα του. 

– Καλημέρα.

– Καλημέρα σας.

– Κάτω πας; (πού να πηγαίνω από τον πέμπτο, μωρή δράκαινα μαρτζινάτα;) Μάλιστα, κάτω.

Κλείνει πόρτα, πάω να πατήσω κουμπί να κατέβω, τζίφος. Του τα έχει σκάσει το βιολογικό λίπασμα και την ξανανοίγει με μανία. 

– Πρέπει να ανέβω πάνω. (πρέπει να πας σε ένα ψυχίατρο ιδανικά, αλλά τι να σου πω ΜΩΡμαλέα). ΠΡΕΠΕΙ να βάλουμε τέντα.

Γαμώ την τέντα μου γαμώ, ΠΑΛΙ. Τώρα που φεύγω, το θυμήθηκε. Ξεκάθαρη δικαιολογία για να μπει στο σπίτι.

– Έχετε την καλοσύνη (την τρανδεσκάντια που σε πέταγε) να κλείσετε την πόρτα, γιατί βιάζομαι;

– ΔΩΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!

Αυτό ήταν. Σάλεψε. Τρελάθηκε. Όσο πιο ευγενικά και χαμηλόφωνα τον εκλιπαρούσα να σταματήσει να μου κλείνει την είσοδο, τόσο πιο δυνατά φώναζε, παρατηρώντας συνάμα, τη μύτη μου (γυάλιζε φουλ, τι το ήθελες το χάη λάητερ πρωινιάτικο) το στόμα μου, τα μάτια μου (και είχα πετύχει και ΕΝΑ ΑΗΛΑΗΝΕΡ, ε). Όταν είσαι κουφός, παρατηρείς έξτρα πού κοιτάει κάποιος και αυτό είναι νόμος. Ε κάπου παραδόθηκα και εγώ.

– ΔΕ ΘΑ ΜΟΥ ΚΛΕΙΝΕΤΕ ΕΜΕΝΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ (πάντα στον πληθυντικό αριθμό).

Του σκάω ένα σπρωξίδι, κατεβαίνω τις σκάλες σκεπτόμενη πως δεν αξίζει να τον πάρω μαζί μου κουτρουβαλώντας και με ακολουθεί ουρλιάζοντας, μέχρι το αμάξι, «δωωωωώρααααααααααα, δώραααααααααα, σαν τον Γιάννη Βόγλη στο «στάσου μύγδαλα». 

Ένα πρωινοοοοοοοό, την Παναγία μου, πλέηνγκ ιν δε μπακγκράουντ.

 

21 Οκτωβρίου 2021

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *