Το γιουκαλίλι

Φίλες και φίλοι γιούχου!

Τι γιούχου, θα μου πεις, εδώ διαλύεται η χώρα, ο πλανήτης ή και πιο σωστά, το σύμπαν. Επιστροφή του monosemena, που κανένα λόγο ύπαρξης δεν έχει τούτον εδώ τον δυστοπικό Αύγουστο. Γυναικοκτονίες, πυρκαγιές, πόλεμοι και τραγωδίες εναλλάσσονται σαν ειδήσεις στα μάτια μας ανά ώρα και εγώ ψάχνω το χαμένο κάπου στο απυρόβλητο χιούμορ μου, να διηγηθώ ακόμα μια monosemena ιστορία. Πράγμα αδύνατον, ωστόσο, θα κάνω μια προσπάθεια. 

Ο Ιούλιος πέρασε μακριά από αυτήν την κατά τα άλλα υπέροχη χώρα, κάνοντάς μου σαφές πως ένα μεγάλο κομμάτι των σουρεαλιστικών μου ιστοριών είναι συνδεδεμένο με την Ελλάδα. Δεν εξηγείται αλλιώς το πώς, με το που πάτησα το πόδι μου πίσω, άρχισαν και πάλι τα ευτράπελα. Ή τελοσπάντων, έτσι θέλω να πιστεύω, μπας και καταφέρω να φύγω μια ώρα αρχύτερα. Φυσικά και όσο προσπαθώ να φύγω, τόσο πιο απρόσμενα και αναπάντεχα, βρίσκω δουλειές εδώ. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο πικραμένο monosemena. 

Ο κόσμος καίγεται, κυριολεκτικά και ο Χαλακατεβάκης είναι και πάλι εδώ. Πιο υστερικός και πιο παλαβός από ποτέ. Με περίμενε καρτερικά να γυρίσω και να μου υπενθυμίσει για ακόμα μια φορά, πως τα ψωμιά μου σε αυτό το σπίτι είναι μετρημένα. Η παράνοια είχε αρχίσει ασφαλώς μία μέρα πριν ταξιδέψω, έτσι για να πάρω ένα αεροπλάνο ακόμη, άυπνη και ιδανικά, να το χάσω. Μετά την τέντα και το παντζούρι, έρχεται, το ερκοντίσιον. Είδε και απόειδε με τις τέντες και βρήκε άλλη δικαιολογία να με παρενοχλεί. Η δημιουργικότητά του αυτή τη φορά με εξέπληξε, του το δίνω. Θα ήταν δε θα ήταν ΕΝΤΕΚΑ το βράδυ. Έχοντας ετοιμάσει επιτέλους τη βαλίτσα μου – δεν ξέρω για σας, εγώ πάντα τελευταία στιγμή – μπαίνω για ένα μπάνιο. Βγαίνοντας, βρίσκω πενήντα αναπάντητες κλήσεις. Πενήντα. Πόση ώρα ήμουν στο μπάνιο ρε παιδιά; Αφήνω στην άκρη τα απειλητικά μηνύματα γεμάτα με γκρίκλις και θαυμαστικά, που έφτασαν αισίως τα δεκαπέντε. Στα χάηλαητς το ¨DORA STAZEI TO A/C PANO STO DIKO MOU ¨ και το συνεχίζει να ¨STAZEI¨. Δύο έργα σεξ, ένα καράτε, όλα στο κινητό μου απόψε. 

Με συνοπτικές διαδικασίες, τον πήρα τηλέφωνο, τον καντήλιασα με θλιβερές ατάκες τύπου «σκάσε ρε παλιομαλάκα», σε ντεσιμπέλ και οκτάβες που αγνοούσα πως μπορώ να φτάσω και τον μπλόκαρα. Το αεροπλάνο το πήρα άυπνη και βραχνιασμένη, αλλά τουλάχιστον το πρόλαβα. Στην πικρή μου επιστροφή, έστειλα και το ενοίκιο πεσκέσι με μια γειτόνισσα και κάπου εκεί πίστεψα πως γλίτωσα οριστικά. Καλά θα πήγαινε και αυτό.

Ενόσω η Αθήνα λαμπάδιαζε, πρώτη μέρα των πυρκαγιών, κλειδαμπαρωμένη εγώ στο σπίτι και βαθιά στενοχωρημένη, κάπου μεταξύ απελπισίας και θλίψης για όλο αυτό που ζούμε, καταφέρνω να κοιμηθώ. Με το κινητό στο χέρι. Πέντε και τέταρτο το πρωί, άγνωστος αριθμός με καλεί με μανία. Έχω σκεφτεί νοσοκομεία, θανάτους και ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να έχει συμβεί. Απαντώ ζαλισμένη και ακούω έναν να μου φωνάζει: ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΔΩΡΑ;;;;; Σαν τι να γίνει δηλαδή, αναρωτιέμαι, αδυνατώντας να καταλάβω με ποιον μιλάω. «Με ξυπνάς κάθε βράδυ», ουρλιάζει στο λειψό μου τύμπανο και σκέφτομαι πως η κώφωση δε θα αργήσει να με βρει.  «ΕΓΩ;;;;» και κάπου αρχίζει να μου φαίνεται αστείο όλο αυτό, ε; Λέμε τώρα. Ρε ποιος είναι, να φωνάζω, τίποτα αυτός. Ώσπου, ήρθε η στιγμή που όλοι (δεν) περιμέναμε. «KLEISE TO A/C VRADIATIKAAAAAAA». Σαν να λέμε, σταμάτα να παίζεις τύμπανα ξέρω γω ή γιουκαλίλι. Που καθόλου θόρυβο δεν κάνει το γιουκαλίλι, μεταξύ μας, αλλά μου φαίνεται τόσο αστείο σαν λέξη. Γιουκαλίλι. Στο θέμα μας.

Λανσάρω λοιπόν το γιουκαλίλι, που μου μοιάζει μακράν πιο εύηχο από το ερκοντίσιον και συνεχίζω. Το πρωί, έρχεται για ενισχύσεις ο αξιαγάπητος φάδερ, κυρίως για να μην κάνω φόνο – τέτοια ζόρια δεν είχε τραβήξει ούτε όταν ήμουν φοιτήτρια – και χτυπάει χαμογελαστός την πόρτα του Χαλακατεβάκη. 

– Καλημέρα σας! (τον χαιρετίζει χαμογελαστός ο φάδερ με περισσή ευγένεια.)

– Τι θέλεις ΚΥΡΙΕ ΤΑΔΕ;;;; (τον προσφωνεί με το επώνυμό του/μας, όλο αγριάδα και τσαμπουκά).

Φυσικά, έχοντας χάσει κάθε ψυχραιμία, πετάγομαι ψελλίζοντας ένα:

– Ας αρχίσουμε με το ότι με ξύπνησες στις ΠΕΝΤΕ το πρωί. 

– Θα σε ξυπνάω ό,τι ώρα γουστάρω και στις πέντε και στις τρεις! Που θα παίζεις κάθε βράδυ γιουκαλίλι και θα με ξυπνάς. 

Αυτό ήταν. Κάπως έτσι γυρνάει το μυαλό του ανθρώπου παιδιά. Ακολούθησε μικροαστικός καυγάς γεμάτος Χριστοπαναγίες και απειλές για μηνύσεις και κάπου ενδιάμεσα θα ορκιζόμουν πως ο πατέρας, έφαγε μερικές ξώφαλτσες στην προσπάθειά του να με σταματήσει να του χιμήξω. Πρέπει να ήταν τη στιγμή εκείνη που ο Χαλακατεβάκης μου πρότεινε να φύγω, γιατί μιλούσαν οι άντρες. Έσπασε χορδή εκεί, βρήκε άνθρωπο. Στην πορεία αυτού του ξεφτιλισμένου καυγά, ο τύπος ανέβηκε πάνω μαζί με τον – απορίας άξιο πώς – ψύχραιμο πατέρα, να τσεκάρουν το γιουκαλίλι. Στο μυαλό του, οι σταγόνες που (δεν) έπεφταν από το γιουκαλίλι πάνω στο περβάζι του, τον ξυπνούσαν. Όταν βρέχει δηλαδή, τι κάνει; 

Δεν ξέρω τι με έφτασε πρώτο στην τρέλα. Το ότι τον έβλεπα ξεμάσκωτο με τα βρομερά του παπούτσια να εισβάλλει στο υπνοδωμάτιό μου ουρλιάζοντας ή το ότι φώναζε στον φάδερ «φέρε μου ένα σφυρί ρε Αλέκο μην τα σπάσω όλα». Πάντως εγώ άκουσα «φέρε μου ένα σφυρί μη σου σπάσω το κεφάλι». Παραδόξως, όχι επειδή είμαι κουφή. Απλώς, εκείνη τη στιγμή, είχα πιστέψει στα αλήθεια πως κινδυνεύουμε. Όλοι. Κάπως έτσι γίνονται τα εγκλήματα, φίλες και φίλοι. Και βγαίνει μετά στον σκάη για δηλώσεις η γειτόνισσα: «H Δώρα; Το καλύτερο κορίτσι. Δικαίωμα δεν είχε δώσει στη γειτονιά». Και έρχονται μετά να σου φέρνουν τσιγάρα στη φυλακή. 

Για πότε πήρα το σφυρί οδεύοντας προς το μπαλκόνι, ξεκάθαρα για να το φέρω κολάρο στο κεφάλι του Χαλακατεβάκη, ποτέ δεν κατάλαβα. Είναι όλα θολά. Το μόνο που θυμάμαι είναι έναν πατέρα να με βγάζει στο μπροστινό μπαλκόνι και να με κλείνει έξω. Εννιά χρονών και πάλι, σαν τότε που βγήκα στα μουλωχτά για έναν πύραυλο τέσσερα επί τέσσερα, ενώ οι γονείς είχαν πέσει για σιέστα. Και έμεινα με τον πύραυλο λιωμένο παγωτό-κολλάει στο χέρι, να αναλογίζομαι κλαίγοντας τις συνέπειες των πράξεών μου κλειδωμένη έξω. Στον κήπο εδώ που τα λέμε, παρέα με τα γατάκια μου, αλλά ένα δράμα «με έδιωξαν από το σπίτι», το έζησα. Ωραία χρόνια. 

– Δώρα συγγνώμη. Δε σε κλειδώνω έξω , αλλά σε κλειδώνω. Γυαλίζει το μάτι σου. Πάρε δέκα λεπτά να ηρεμήσεις. 

– Το σφυρί το θέλεις;

 

18 Αυγούστου 2021

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *