25 Νοεμβρίου 2020
Φίλες και φίλοι γεια και χαρά! Προωθώ το γιούχου, αλλά κάθε βδομάδα που περνάει, βοηθά στο να είναι ολοένα και πιο δύσκολο να διατυπωθεί. Η δε τελευταία το κάνει πρακτικά αδύνατο, μιας που είχα και έχω να διαχειριστώ μια πρόσφατη απώλεια. Στο βαρύ αυτό κλίμα που εγώ δημιούργησα και δε ζήτησε σίγουρα κανείς, αλλάζω ρότα, με μία νότα – έκανα και ρίμα, σου τα είπα χύμα κλπ. – ένα τσικ πιο ευχάριστη.
Λίγο πριν την έλευση της δεύτερης καραντίνας – που μόνο καραντίνα δεν τη λες – είχα ένα φανταστικό «monosemena» συμβάν, αυτήν τη φορά όμως, στο μπαλκόνι του σπιτιού μου. Αξίζει να σημειωθεί πως μένω στον πέμπτο και τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας, διόλου τυχαίο κατ’ εμέ. Συχνά μάλιστα, αισθάνομαι πως όλα συνομωτούν στο να πραγματοποιείται ένα μίνι revival του γνωστού σε όλους μας «Ρετιρέ». Α προπό, στο «Ρετιρέ», έχει εμφανιστεί ως γκεστ σταρ, συμμαθητής μου. Άσχετο με της ιστορία μας ασφαλώς, όπως και τα μισά από όσα έχω γράψει μέχρι τώρα. Στο σύγχρονο (γελάω) λοιπόν αυτό ρετιρέ, συμβαίνουν κατά καιρούς πράματα και θάματα.
Ένα δροσερό απόγευμα του Οκτωβρίου, ξυπνάω από μία μίνι σιέστα. Μου παίρνει αρκετή ώρα να καταλάβω τι μέρα είναι. Είναι νύχτα; Είναι μέρα; Και κυρίως, ποια είμαι και πού βρίσκομαι ούσα ακόμα σε κωματώδη κατάσταση. Έπειτα από μια εσωτερική πάλη για το αν θα πιω τον τρίτο καφέ της ημέρας, αποφασίζω πως μου αξίζει ένα εσπρεσάκι ακόμα, εφόσον το ίδιο πρωί, είχα δουλέψει στο νοσοκομείο. Οδεύω αισίως προς το μπαλκόνι. Όσο πλησιάζω, ακούω δυνατά γαυγίσματα. Τι διάολο, σκέφτομαι, για να τα ακούω εγώ έτσι, με το λειψό μου τύμπανο, είναι σίγουρα πολύ κοντά. Να πήρε σκύλο η διπλανή; Δε δίνω σημασία.
Μισοκοιμισμένη λοιπόν, κρατώντας το καφεδάκι μου στο ένα χέρι, ανοίγω την μπαλκονόπορτα με το άλλο. Αυτό ήταν. Η στιγμή που συνειδητοποιώ πως η εξάρτησή μου από την καφεϊνη έχει αρχίσει να προκαλεί τις πρώτες παραισθήσεις. Βλέπω να τρέχει κατά πάνω μου ένα κόκερ σπάνιελ. Ίσως και μπιγκλ, δε θα σταθούμε εκεί. Στον ΠΕΜΠΤΟ όροφο. Γάτα να το καταλάβω, οκέι. Ο σκύλος ρε παιδιά πώς βρέθηκε στον πέμπτο; Είναι το σκυλί του Σπάιντερμαν; Και αν είναι όντως έτσι, ο Τομ Χόλαντ πότε κάνει εμφάνιση; Με κοιτά, το κοιτώ και τούμπαλιν. Αποκλείεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τρέχω να πάρω το κινητό μου, προκειμένου να γλιτώσω την παράκρουση. Επιστρέφω, πανέτοιμη να φωτογραφίσω τα πελώρια και καφέ αυτάκια που προσγειώθηκαν στο ρετιρέ μου μα ο σκύλος πουθενά. Άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Φέρνω πέντε σβούρες το μπαλκόνι, άφαντος. Πόσες ώρες κοιμόμουν; Ίσως και να κοιμάμαι ακόμα, γιατί αν πράγματι είμαι ξύπνια, σίγουρα έχω αρχίσει και τα χάνω. Ύστερα από εξονυχιστικό έλεγχο κατά μήκος και πλάτος ολάκερης της βεράντας, συμφιλιώνομαι με την ιδέα πιθανής παράνοιας και πίνω την πρώτη γουλιά καφέ. Δεν προλαβαίνω να καταπιώ, γαβ, γαβ, γαβ! Ένα κεφαλάκι σκύλου ξεπροβάλλει από μια μικρή χαραμάδα. Έχει καταφέρει να σπάσει το γυάλινο διαχωριστικό με το διπλανό μπαλκόνι και έχει σφηνώσει εκεί μέσα, θυμίζοντας λουκανικάκι φρανκφούρτης που παλεύει να το σκάσει πριν γίνει χοτ ντογκ.
Από τη μία το σόου με τις σαπουνόφουσκες του από κάτω (άλλη ιστορία αυτή), από την άλλη σκύλοι – ζογκλέρ. Εγώ δε νοίκιασα σπίτι, συνδρομή στο Μεντράνο έκανα. Συνδρομή στο Μεντράνο! Τουρούν τουτούν τουτούν, φστεεεέουν! *
* (μουσική τίτλων αρχής του «Ρετιρέ»)
Στον Β.
Leave a Reply