Το ρετιρέ

Φίλες και φίλοι γεια και χαρά! Προωθώ το γιούχου, αλλά κάθε βδομάδα που περνάει, βοηθά στο να είναι ολοένα και πιο δύσκολο να διατυπωθεί. Η δε τελευταία το κάνει πρακτικά αδύνατο, μιας που είχα και έχω να διαχειριστώ μια πρόσφατη απώλεια. Στο βαρύ αυτό κλίμα που δημιούργησα και δε ζήτησε σίγουρα κανείς, αλλάζω ρότα, με μία νότα (έκανα και ρίμα, σου τα είπα χύμα κλπ.) ένα τσικ πιο ευχάριστη.

Λίγο πριν την έλευση της δεύτερης καραντίνας – που μόνο καραντίνα δεν τη λες – είχα ένα φανταστικό «monosemena» συμβάν, αυτή τη φορά στο μπαλκόνι του σπιτιού μου. Αξίζει να σημειωθεί πως μένω στον πέμπτο και τελευταίο όροφο πολυκατοικίας, διόλου τυχαίο κατ’ εμέ. Συχνά μάλιστα, αισθάνομαι πως όλα συνομωτούν στο να πραγματοποιείται ένα μίνι ριβάιβαλ του γνωστού σε όλους μας «Ρετιρέ». Α προπό, στο «Ρετιρέ», έχει εμφανιστεί ως γκεστ σταρ, συμμαθητής μου. Άσχετο φυσικά, αλλά πέθαινα να το πω. Στο σύγχρονο (γελάω) λοιπόν αυτό ρετιρέ, στο σπίτι μου, συμβαίνουν κατά καιρούς πράματα και θάματα. 

Ένα δροσερό απόγευμα του Οκτωβρίου, ξυπνάω από μία μίνι σιέστα. Μου παίρνει αρκετή ώρα να καταλάβω τι μέρα είναι. Είναι νύχτα; Είναι μέρα; Και κυρίως, ποια είμαι και πού βρίσκομαι; Σε μια τέτοια κατάσταση είχα βρεθεί. Κωματώδη. Έπειτα από μια εσωτερική πάλη για το αν θα πιω τον τρίτο καφέ της ημέρας, αποφασίζω πως μου αξίζει ένα εσπρεσάκι ακόμα, εφόσον το ίδιο πρωί, είχα δουλέψει στο νοσοκομείο. Οδεύω αισίως προς το μπαλκόνι. Όσο πλησιάζω, ακούω δυνατά γαυγίσματα. Τι διάολο, σκέφτομαι, για να τα ακούω εγώ έτσι, με το λειψό μου τύμπανο, είναι σίγουρα πολύ κοντά. Να πήρε σκύλο η διπλανή; Δε δίνω σημασία.

Μισοκοιμισμένη λοιπόν, κρατώντας το καφεδάκι μου στο ένα χέρι, ανοίγω την μπαλκονόπορτα με το άλλο. Αυτό ήταν. Η στιγμή που συνειδητοποιώ πως η εξάρτησή μου από την καφεϊνη έχει αρχίσει να προκαλεί τις πρώτες παραισθήσεις. Βλέπω να τρέχει κατά πάνω μου ένα κόκερ σπάνιελ. Ίσως και μπιγκλ, δε θα σταθούμε εκεί. Στον ΠΕΜΠΤΟ όροφο. Γάτα να το καταλάβω, έχει συμβεί, οκέι. Ο σκύλος ρε παιδιά πώς βρέθηκε στον πέμπτο; Είναι το σκυλί του Σπάιντερμαν; Και αν είναι όντως έτσι, πού είναι ο Τομ Χόλαντ; Με κοιτά, το κοιτώ και τούμπαλιν. Αποκλείεται λέω, να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τρέχω να πάρω το κινητό μου, προκειμένου να γλιτώσω την παράκρουση. Επιστρέφω, πανέτοιμη να φωτογραφίσω τα πελώρια και καφέ αυτάκια που προσγειώθηκαν στο ρετιρέ. Πουθενά ο σκύλος. Άνοιξε η γη και τον κατάπιε.

Φέρνω πέντε σβούρες το μπαλκόνι, άφαντος. Πόσες ώρες κοιμόμουν, σκέφτηκα. Ίσως και να κοιμάμαι ακόμα, ποιος ξέρει. Γιατί αν πράγματι είμαι ξύπνια, σίγουρα έχω αρχίσει και τα χάνω. Ύστερα από εξονυχιστικό έλεγχο κατά μήκος και πλάτος ολάκερης της βεράντας, συμφιλιώνομαι με την ιδέα πιθανής παράνοιας και πίνω την πρώτη γουλιά καφέ. Δεν προλαβαίνω να καταπιώ, γαβ, γαβ, γαβ! Ένα κεφαλάκι σκύλου ξεπροβάλλει από μια μικρή χαραμάδα. Έχει καταφέρει να σπάσει το γυάλινο διαχωριστικό με το διπλανό μπαλκόνι και έχει σφηνώσει, θυμίζοντας λουκανικάκι φρανκφούρτης που παλεύει να το σκάσει πριν γίνει χοτ ντογκ. 

Από τη μία έχουμε σόου με σαπουνόφουσκες (άλλη ιστορία αυτή), από την άλλη σκύλους – ζογκλέρ. Εγώ δε νοίκιασα σπίτι, συνδρομή στο Μεντράνο έκανα. Συνδρομή στο Μεντράνο! Τουρούν τουτούν τουτούν, φστεεεέουν! *

* (μουσική τίτλων αρχής του «Ρετιρέ»)

Στον Β. 

 

25 Νοεμβρίου 2020

 

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on whatsapp
WhatsApp
Share on pinterest
Pinterest

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *