Παρτ ουάν: Διακόσια είκοσι βολτ

Φίλες και φίλοι, γιούχου!

Μια νέα καραντίνα έχει ξεκινήσει, κόσμος άρχισε ήδη και φρικάρει φτιάχνοντας κολοκυθόσουπες (για μένα λέω ΝΕΤΙ, έφτιαχνα και πριν) και γλυκά. Τα ες εμ ες για άθληση σε νέο ρεκόρ και τι χειρότερο από το να σας διηγηθώ άλλη μία monosemena ιστορία από την προηγούμενη καραντίνα.

Καραντίνα. Μια έννοια όχι και τόσο τρομακτική για έναν άνθρωπο σαν και μένα, ο οποίος μένει και περνάει αρκετό χρόνο μόνος. Ωστόσο, στις πρώτες μέρες της καραντίνας, υπήρχε μια κάποια νευρικότητα. Θες που έπρεπε (και πρέπει, επί του παρόντος) να στέλνεις μήνυμα ακόμα και για πάρεις ένα κρεμμύδι από τον μανάβη; Θες που με είχαν ζαλίσει στα τηλέφωνα και στις βιντεοκλήσεις φίλοι και συγγενείς, ρωτώντας έκπληκτοι, τι θα κάνω τόσες μέρες μόνη μου στο σπίτι; Eεχμ, ό,τι κάνω τόσα χρόνια παιδιά, τη φασάρα μου. 

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της φασάρας που προανέφερα, φτάνουμε, σε ένα από τα πρώτα βράδια της πρώτης καραντίνας. Έχουμε φτάσει στο σημείο να ξεχωρίζουμε καραντίνες, παιδιά, οκέι. Είμαι λοιπόν στο σαλόνι μου, βάζω ένα δίσκο στο εκπληκτικό μου πικάπ – βαλίτσα. Και όταν λέω εκπληκτικό, εννοώ άθλιο. Εξαιρετικό δώρο μητέρας. Πιθανώς, όταν το αγόραζε, να είχε στο μυαλό της πως θα φτιάξω κάποιο βαλιτσάκι να πάω να τη βρω στα εξωτερικά, όπου και διαμένει. Και όχι πως θα το χρησιμοποιούσα για να ακούω μουσική. Εκείνο λοιπόν το βράδυ, βάζω έναν από τους αμέτρητους (40 και), δίσκους που διαθέτω και ανοίγω μια μπύρα. Στο σημείο αυτό να τονίσω πως, αρνούμαι να γράψω την μπύρα, ΜΠΙΡΑ. Ευχαριστώ. Κάθομαι σε μια καρέκλα δίπλα στο πικάπ και ως γνωστή μούλτι τάσκερ που είμαι (έτσι νόμιζα τουλάχιστον, μέχρι εκείνη την ημέρα), σκρολάρω και στο ίνσταγκραμ. Πέφτω πάνω σε ένα από τα πάμπολλα ίνσταγκραμ λάιβζ της πρώτης καραντίνας, μόδα που εύχομαι να εκλείψει στην τωρινή. Φυσικά και σαν νόου λάιφερ, μπαίνω να δω τι σκατά μπορεί να λέει κάποιος από το σπίτι του, φορώντας πιτζάμες (ποτέ δε θα μάθω πώς γράφεται στα ελληνικά) και ωπ, για δες, λέω, πίνει και αυτός τη μπυρίτσα του. ΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΟΥ. 

Δεν ξέρω τι ήρθε πρώτο, το ότι πνίγηκα με την πρώτη γουλιά μπύρας που ήπια ή το σκουντούφλημα. Το μόνο που θυμάμαι (Ευρυδίκη γεια), είναι πως μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων, έπεσε στο πάτωμα ένα πολύμπριζο, ασφαλείας τρομάρα του, κάνοντας δυο μικρά κομμάτια τον μετασχηματιστή του πικάπ. Φιου λέω, θα μπορούσε να πάει πολύ χειρότερα. Φαντάσου να έπεφτε κανά ποτήρι μπύρας, να πάθαινα καμία ηλεκτροπληξία. Δεν κατάπινα ένα μαγκάλι κάρβουνα, που εδώ που τα λέμε, είναι σαν να τα κατάπια. Το ΖΩΟΝ παιδιά. Πάω να μαζέψω τα σπασμένα και με χτυπάει στ’αλήθεια το ρεύμα. Μιλάμε δηλαδή για δυναμικό ξεκίνημα καραντίνας. Με αληθινή και σοβαρή ηλεκτροπληξία. Απόψε παίρνω φωτιά, τέρμα γκάζι για το πουθενά. Πρώτη σκέψη μετά το μίνι σοκ ( κυριολεκτικό σοκ ): Θα με βρουν καρβουνιασμένη μ’ ένα ποτήρι μπύρας στο χέρι, να παρακολουθώ τύπο με πιτζάμες, στο ίνσταγκραμ. Παρακμή δίχως όρια, με λίγα λόγια. Να ντρέπονται οι δικοί σου, να πουν από τι πήγες.

 

10 Νοεμβρίου 2020

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on whatsapp
WhatsApp
Share on pinterest
Pinterest

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *