Ιτς τζαστ ε λιτλ κρας

21 Απριλίου 2021 

Φίλες και φίλοι γιούχου!

Το monosemena επιστρέφει θέλω να γράψω, αλλά κάπου καταντά γραφικό. Μαύρη μέρα σήμερα, μόλις τώρα είδα την ημερομηνία. Όλοι ξέρουμε δυστυχώς το γιατί και τι καλύτερο από το να διηγηθώ άλλη μια monosemena τραγελαφική ιστοριούλα. Θα είναι πρόσφατη; Θα την ξεθάψω από τα άδυτα του παρελθόντος; Κανείς δεν ξέρει πια. Τα σχέδια τον τελευταίο καιρό δε με οδηγούν κάπου, οπότε, ξεκινώ και όπου μας βγάλει. 

Προσπαθώ σημαντικά, να μην εκθέσω ανεπανόρθωτα εμένα και τους φίλους μου. Πάλι. Ωστόσο, η ζωή το καθιστά αδύνατο. Στο προηγούμενο στόρι λοιπόν, γνωρίσαμε για λίγο την, ας την πούμε  Φαίδρα. Για το καλό μου. Η Φαίδρα είναι μια φανταστική φίλη. Επαναλαμβάνω, δεν κυριολεκτώ. Είναι υπαρκτό πρόσωπο, πλην όμως τόσο γαμάτο, που ξεπερνά τα όρια της φαντασίας. Την τύχη της όμως, κάνει παρέα μαζί μου. 

Πριν λίγες ημέρες, αποφάσισαν να με τρολάρουν από ακόμα μία δουλειά. Δεν υπάρχει πιο σουρεαλιστικό πράγμα από το να ψάχνεις δουλειά εν μέσω πανδημίας. Για πότε προσλαμβάνεσαι / απολύεσαι, δεν το παίρνεις χαμπάρι. Το αγαπημένο μου όμως είναι η απόρριψη. Όσες πιο πολλές προσπάθειες κάνεις, σε όσες πιο πολλές συνεντεύξεις και τεστς αριστεύσεις, τόσες περισσότερες και οι πιθανότητες να σε απορρίψουν. Πάρα πολύ εκτιμούν την προσπάθεια / τα προσόντα / τις επιδόσεις / τα πτυχία / το motivation (αυτή η νέα μάστιγα), αλλά εσύ για κάποιο λόγο μένεις απ’έξω. Πάντα. Το αγαπημένο μου δε, είναι οι ερωτήσεις κονσέρβα, στις οποίες καλείσαι να απαντήσεις με χαμόγελο ηλιθίου. Πού βλέπεις τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια; Στον Πλούτωνα, ενδεχομένως. Τι ρωτάς ρε δικιά μου;

Εκεί λοιπόν που ετοίμαζα χαρούμενη βαλίτσες να φύγω, τσουπ! Άρπα ακόμα ένα μέηλ. Μη φας, έχει γλάρο ψητό στα κάρβουνα. Άλλη μια εργασιακή επιτυχία. Να μην μακρηγορώ, που αυτό κάνω πάντα, κάπου παραδόθηκα. Δύο επιλογές είχα. Η πρώτη, να απελπιστώ. Η δεύτερη, να απελπιστώ. Αλλά όχι μόνη. Ξεκινώ λοιπόν για μία μίνι επισκεψούλα στη φίλη μου τη Φαίδρα, στα – όχι και τόσο μακρινά – δυτικά προάστια. Επίσκεψη που εξελίχθηκε σε αρμένικη βίζιτα, μιας που διανυκτέρευσα εκεί. Και τι δεν έκανε αυτό το κορίτσι, για να μου φτιάξει τη διάθεση. Φαγητά, τζιν με γκρέιπφρουτ σόδα, τζιν με πορτοκάλι και schweppes πορτοκάλι, κανελόνια, πρασοσέλινα, πατατάκια και σαν ανακατεύομαι λίγο, τώρα που τα θυμήθηκα όλα μαζί. Μετά από αυτό το διονυσιακό γλέντι λοιπόν, όπως ήταν αναμενόμενο, βρέθηκα σε κωματώδη κατάσταση. 

Ξυπνώ το επόμενο πρωί, με μηδενικό χανγκόβερ (έτσι νόμιζα) και ξεκινώ να φύγω. Μπαίνω στο αμάξι, βάζω μπρος και παράλληλα αρχίζω να παίζω στο ριπλέη την τελευταία μου εργασιακή απογοήτευση. Γιατί να γίνει αυτό πάλι, να σκέφτομαι; ΜΠΟΥΜ. Τι ήταν αυτό; Στα τόσα χρόνια καριέρας, δεν έχω ξανακάνει μεγαλύτερη πατάτα. Έχω κάνει όπισθεν να φύγω, έχει φύγει γκάζι και έχω κουτουλήσει τον καψερό που είχε παρκάρει πίσω μου. Άγνωστο, σε ποιο κόσμο βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή. Καλά πάμε, λέω ψύχραιμα, προχώρα να δεις τη ζημιά και να αφήσεις κανένα ραβασάκι. Μια φορά και εγώ, για αλλαγή. Monosemena δεν είχα προλάβει να πω, μέχρι και εκείνην τη στιγμή. Σταματώ ένα τσικ παραπέρα και βγαίνω έξω να τσεκάρω τις ζημιές. Το απόλυτο τίποτα, μη γλιτώσουμε και τις ασφαλιστικές, ε; Βιάστηκα. Κοιτάω το αμάξι του καψερού, ούτε γρατζουνιά. Κάτι όμως του έλειπε. Τι λείπει ρε παιδιά, τι λείπει. Α, ναι! Η πινακίδα του. Πού είναι η πινακίδα του όμως; Μα πού αλλού; ΚΑΡΦΩΜΕΝΗ στο αμάξι μου. Με τη βίδα κιόλας. Μόνο σε μένα αυτά.

Κάνω ένα γύρο το τετράγωνο γιατί ήμουν σε μονόδρομο. Μεγάλο το τετράγωνο, πολλά τα αδιέξοδα, κόντεψα να ξεχάσω πού είναι το σπίτι της Φαίδρας. Παρατάω το αμάξι και χτυπάω κουδούνι στην άμοιρη τη Φαίδρα, να κατέβει με χαρτάκι και στιλό, μπας και φύγω κάποτε. Κακή ιδέα να ξεκινήσεις λέγοντας ΤΡΑΚΑΡΑ, σε άνθρωπο με χανγκόβερ. «Κάτσε να βρω παπούτσιαααα» να μου φωνάζει πανικόβλητη, πηγαίνοντας δεξιά αριστερά, με κίνδυνο να ποδοπατήσει τη γάτα της. Δεν πάμε μακριά να της λέω, κατέβα με την παντόφλα. Πού να ήξερε η δόλια η Φαίδρα, ότι θα τριγυρνούσε όλα τα δυτικά προάστια με την πιτζάμα, την κάλτσα και το μπίρκενστοκ. Στο μεταξύ, στο χωριό της Φαίδρας έχουν αρχίσει και βγαίνουν στα μπαλκόνια. Ρωτάμε μπας και ξέρουν τον άτυχο που βρέθηκε πίσω από το κάρο μου, καμία τύχη. Διηγούμαι εν τάχει στη Φαίδρα τι έγινε και ξεκινώ να γράφω το ραβασάκι μου. Όλα καλά, όλα ωραία ρε Δώρα, μου λέει ξεκαρδισμένη. Η πινακίδα που πήρες σβάρνα, πού είναι;; Μόνο σε σένα αυτά, αρχίζει και φωνάζει και μας πιάνει νευρικό γέλιο. 

Σαν να μην έφτανε που έριξα την πινακίδα του ανθρώπου, του την έχασα κιόλας! Άνοιξε η γη και την κατάπιε. Σήκω και φύγε πια, άφησες σημείωμα, να φωνάζει ζαλισμένη, η Φαίδρα. Εγώ από την άλλη, να σκέφτομαι πως, αν βρεθεί στην Τροχαία αυτός, να αλλάζει πινακίδες, πιθανώς να μη με βρει το επόμενο πρωί ζωντανή. Πώς περνάτε το Σαββατάκι σας εσείς; Πάτε για καφέ / παραλία / Γούντστοκ (συγγνώμη, Πεδίο του Άρεως) / λαϊκή / σούπερ – μάρκετ; Εγώ πάλι κάνω δίωρο τουρ ντε φρανς στα δυτικά προάστια, με χανγκόβερ και ψάχνω χαμένες πινακίδες. Με τη Φαίδρα. Με πιτζάμες, happy socks και μπίρκενστοκ. 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *



Scroll back to top